Κάθε επιλογή προϋποθέτει ένα δίλημμα

Είδα αυτές τις μέρες σε κάποιο τηλεοπτικό κανάλι ένα γκάλοπ με το εξής ερώτημα: Έπρεπε να προκριθεί η Εθνική στο Euro; Η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου είχε ήδη αποκλειστεί. Εύκολα. Ωστόσο εμείς απαντούσαμε. Λέγαμε δηλαδή τις επιθυμίες μας, άσχετα με την πραγματικότητα η οποία, φευ, ήταν αλλού. Ό,τι θέλαμε λέγαμε, ό,τι να’ναι γκάλοπ. Τσάμπα γκάλοπ.

Έτσι τσάμπα δημοψήφισμα και το δημοψήφισμα με το ιρλανδικό Όχι για τη συνθήκη της Λισσαβόνας, που τόσο θόρυβο προκάλεσε και στη μικρή μας χώρα. Κάθε εκλογή, κάθε επιλογή, προϋποθέτει ένα δίλημμα και συνεπάγεται ορισμένες συνέπειες. Σ’ αυτά τα περίεργα δημοψηφίσματα δεν υπάρχει τίποτα από τα δύο. Γι’ αυτό έχουν γίνει κάτι σαν τις τηλεοπτικές δημοσκοπήσεις. Καθένας εκφράζει τις επιθυμίες του, συνήθως τη δυσαρέσκειά του. Τη δυσαρέσκειά του για τη δικιά του ζωή, στη δικιά του πατρίδα. Τους φόβους του και το σαχτίρισμά του. Ο ένας φοβάται ότι θα ‘ρθουν οι Πολωνοί υδραυλικοί και θα του πάρουν τη δουλειά, ο άλλος ότι θα αυξηθεί η φορολογία των επιχειρήσεων. Ο τρίτος ότι θα επιτραπούν οι αμβλώσεις και ο τέταρτος ότι θα δουλεύουμε 65 ώρες τη βδομάδα. Παρά την επικρατούσα στην Ελλάδα εντύπωση, προϊόν προπαγάνδας φυσικά, το κλίμα και στις 3 χώρες που ψήφισαν όχι στα ευρωπαϊκά δημοψηφίσματα τα τελευταία χρόνια, δεν το έδωσαν οι πιο προοδευτικές δυνάμεις που ζητούν μια Ευρώπη πιο ανοικτή και δημοκρατική αλλά, αντίθετα, οι πιο συντηρητικές δυνάμεις που δεν θέλουν αυτή την Ευρώπη γιατί φοβούνται μην αλλάξει κάτι στα μαγαζάκια τους. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα.

Το ζήτημα είναι τι πράγμα ψηφίζουμε. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αν γινόταν και στην Ελλάδα δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα θα ήταν όχι. Θα ήταν αποτέλεσμα όμως αφενός του θηριώδους ελληνικού λαϊκισμού και αφετέρου της μεγάλης, υπαρκτής δυσφορίας για την καθημερινή ζωή. Δεν θα ψηφίζαμε για την Ευρώπη, θα ψηφίζαμε για την Ελλάδα. Όπως ψηφίζουμε άλλωστε στις ευρωεκλογές. Αλλιώς γιατί ένας Έλληνας να ψηφίσει εναντίον της Κοινότητας; Επειδή οι μισθοί τους είναι διπλάσιοι από τους δικούς μας; Επειδή η ελληνική ακρίβεια είναι μεγαλύτερη από τη δική τους; Επειδή η ανεργία τους είναι μικρότερη από τη δικιά μας; Επειδή οι δημόσιες δαπάνες τους για την υγεία και την παιδεία είναι περισσότερες από τις δικές μας; Επειδή έχουν σοβαρά επιδόματα ανεργίας, καλύτερη κοινωνική πρόνοια; Επειδή όλο και πιο συχνά καταφεύγουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να βρούμε το δίκιο μας; Επειδή προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ακόμα και τα δικά μας; Επειδή προσπαθούν να μας σώσουν από τη δηλητηρίαση και μας βάζουν πρόστιμα για να μας αναγκάσουν να καταργήσουμε τις χωματερές; Για ποιο λόγο ακριβώς;

Γιατί είναι νεοφιλελεύθεροι και γραφειοκράτες, λέει ο ελληνικός λαϊκισμός. Αλλά αυτό είναι απάντηση σε άλλο ερώτημα. Δεν μας ρωτάνε αυτό. Μας ρωτάνε αν θα προχωρήσει η ενοποίηση της Ευρώπης. Για να καταλάβω, εμείς είμαστε υπέρ της Ενωμένης Ευρώπης μόνο αν είναι προοδευτική; Ή πιστεύουμε ότι το όραμα για τα Ηνωμένα Έθνη της Ευρώπης είναι από μόνο του προοδευτικό; Ότι η κρατική ενότητα με 500 εκατομμύρια πολίτες θ’ αφήσει πίσω της τους πολέμους, τα σύνορα, τις εθνικιστικές διαμάχες και επιπλέον θα αντιμετωπίσει τη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης με καλύτερους όρους; Πιστεύουμε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή τη θέλουμε μόνο αν είναι οι «δικοί μας» στο κουμάντο; Δηλαδή λέμε ναι στο ελληνικό κράτος, στο σύνταγμα, λέμε ότι είμαστε πολίτες της Ελλάδας, μόνο αν είναι ο Συνασπισμός κυβέρνηση; Αλλιώς είναι άλλος κυβέρνηση λέμε όχι; Λέμε όχι στο ελληνικό κράτος επειδή διαφωνούμε, λόγου χάριν, με την αύξηση του ορίου ηλικίας για τη σύνταξη στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο;

Η επιχειρηματολογία αυτή έχει ελάχιστη σχέση με τη λογική και περισσότερη σχέση με το λαϊκισμό της «αντίστασης». Αντιστεκόμαστε σ’ αυτή τη χώρα γενικώς, ακόμα κι αν με την «αντίσταση» μας ενισχύουμε ό,τι πιο καθυστερημένο και συντηρητικό υπάρχει.

Στην πραγματικότητα, το Όχι στα Ευρωπαϊκά δημοψηφίσματα θα δικαιολογείτο μόνο αν ήταν συγκεκριμένο. Αν η συνθήκη της Λισσαβόνας ήταν χειρότερη από την ισχύουσα συνθήκη της Νίκαιας, αν πήγαινε την υπόθεση της Ευρώπης πίσω. Αλλά αυτό κανείς δεν το ισχυρίζεται.

Έτσι το Όχι γίνεται κρυφή επιλογή της συνθήκης της Νίκαιας, δηλαδή του χειρότερου. Το χειρότερο είδος συντηρητικού είναι αυτός που δεν το ξέρει ότι είναι.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να γίνονται δημοψηφίσματα για να αποφασίσει ο λαός ή όχι. Φυσικά και πρέπει να γίνονται δημοψηφίσματα. Όχι όμως δημοψηφίσματα σαν κι αυτά που γίνονται, δημοψηφίσματα που είναι η χαρά του λαϊκιστή, που μοιάζουν με τα δημοψηφίσματα για την πρόκριση της Εθνικής στο Euro. Τώρα ο καθένας μπορεί να λέει ότι θέλει χωρίς συνέπειες. Να δέχεται επί 20 χρόνια τις άφθονες κοινοτικές επιδοτήσεις, να γίνεται όπως η Ιρλανδία από φτωχότερη χώρα της Ευρώπης η πλουσιότερη μετά, όταν φτάνει η ώρα να επωμιστεί κάποιος βάρος, να ψηφίζει Όχι. Χωρίς αυτό να έχει καμία συνέπεια.

Τότε όμως, αν αλλάξουν τα δημοψηφίσματα, θα φανούν και τα πραγματικά προβλήματα της Ευρώπης, αυτά που κρύβονται πίσω από τα Όχι των δημοψηφισμάτων. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει φτάσει σ’ ένα σταυροδρόμι. Λίγο πολύ έγινε μια μεγάλη ενιαία Αγορά, με κοινό νόμισμα.

Τώρα πρέπει να προχωρήσει στο επόμενο βήμα ενοποίησης, σε ένα κυβερνητικό όργανο, με πρόεδρο, υπουργό εξωτερικών, με τράπεζα, με στρατό. Με αποφάσεις που παίρνονται με πλειοψηφίες και δεσμεύουν όλους. Και όσοι δεν συμφωνούν με αυτό δεν ακολουθούν, αλλά παραμένουν σε ένα δεύτερο, πιο χαλαρό κύκλο, για να αφήσουν όσους θέλουν και μπορούν να προχωρήσουν. Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα ουσίας και όχι η διαδικασία των δημοψηφισμάτων. Επειδή ακόμα δεν μπορούν να το απαντήσουν αυτό, φτιάχνουν τα δημοψηφίσματα – παρωδία, με τις χιλιάδες νομικιστικές σελίδες που κανείς δεν διαβάζει και κανείς δεν γνωρίζει. Και στέλνουν τη μπάλα στην εξέδρα. Και την ευθύνη στους «ανώριμους λαούς».

Από παλαιότερο άρθρο του Φώτη Γεωργελέ στο editorial της Athens voice. 

10/9/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Πρόσφατες αναρτήσεις